abbigliare

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abbigliare < γαλλική habiller

Ρήμα[επεξεργασία]

abbigliare

  1. ντύνω
  2. διακοσμώ
  3. στολίζω

Σύνθετα[επεξεργασία]