abbonato

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

abbonato 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

abbonato (it) αρσενικό

  1. συνδρομητής