abbondanza

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abbondanza < λατινική abundantia

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

abbondanza (it) θηλυκό

  1. αφθονία
  2. ευμάρεια