abbreviated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /əˈbɹiːvieɪtɪd/ (ΗΒ)
ΔΦΑ : /əˈbriːvɪeɪtɪd/ (ΗΠΑ)

Επίθετο[επεξεργασία]

abbreviated (en)

  1. συντομευμένος
     συνώνυμα: shortened
  2. συντομευμένο έργο (βιβλίο, σύνθεση)
     συνώνυμα: abridged

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

abbreviated (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος abbreviate