abbrustolire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abbrustolire < brustolare

Ρήμα[επεξεργασία]

abbrustolire (it)

  1. ξεροψήνω
  2. (μεταφορικά) ψήνομαι στην ήλιο