Μετάβαση στο περιεχόμενο

aberration

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aberration aberrations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aberration (en)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
aberration aberrations

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

aberration (fr) θηλυκό