abführen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

abführen (de)

  1. (για εγκληματία) οδηγώ στο (αστυνομικό) τμήμα