abigo

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abigo < (λατινικά) ab (la) + (λατινικά) ago (la)

Ρήμα[επεξεργασία]

abigo (la) (ăbĭgo-ăbēgi-ăbactum-ăbigĕre)

  1. απελαύνω
  2. διώχνω