ablation

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ablation ablations

ablation (en)

  1. η αφαίρεση (κάποιου αντικειμένου ή τμήματος)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bla.sjɔ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ablation ablations

ablation (fr) θηλυκό

  1. η αφαίρεση (κάποιου αντικειμένου ή τμήματος)