ablutionner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ablutionner < ablution

Ρήμα[επεξεργασία]

ablutionner (fr)

  1. πλένω, νίβω