abogacía
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| abogacía | abogacías |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]abogacía < μεσαιωνική λατινική advocatia < λατινική advocatus
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.β̞o.ɣ̞aˈθi.a/ (Ισπανία)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]abogacía (es) θηλυκό
Πηγές
[επεξεργασία]- abogacía - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.