abolition
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| abolition | abolitions |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]abolition (en)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| abolition | abolitions |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.bɔ.li.sjɔ̃/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]abolition (fr)