Μετάβαση στο περιεχόμενο

abolition

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
abolition abolitions

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
abolition < λατινική abolitio

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

abolition (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
abolition abolitions

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
abolition < λατινική abolitio

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.bɔ.li.sjɔ̃/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

abolition (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]