Μετάβαση στο περιεχόμενο

abolu

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

abolu (eo)

  • προστακτική του ρήματος aboli