Μετάβαση στο περιεχόμενο

abominable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
abominable abominables

abominable (fr)

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
abominable < παλαιά γαλλική abominable < λατινική abominabilis

Επίθετο

[επεξεργασία]

abominable (en)