abouquer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bu.ke/

Ρήμα[επεξεργασία]

abouquer (fr)

  1. (αλυκές) ρίχνω νέο αλάτι πάνω στο παλιό