Μετάβαση στο περιεχόμενο

about to

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
about to <  δείτε τις λέξεις about και to

Έκφραση

[επεξεργασία]

about to (en) (ιδιωματισμός)

  • κοντεύω να
    παράδειγμα  We were about to finish eating.
    Κοντεύαμε να τελειώσουμε το φαγητό.
    παράδειγμα  He was about to burst out laughing.
    Κόντεψε να σκάσει από τα γέλια.