aboutage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bu.taʒ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aboutage aboutages

aboutage (fr) αρσενικό