aboyeur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.bwa.jœːʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aboyeur (fr) αρσενικό