Μετάβαση στο περιεχόμενο

abscheulich

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]

abscheulich (de)

  1. αποτρόπαιος, απαίσιος
  2. αηδιαστικός
  3. ανυπόφορος