absidal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ap.si.dal/

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό absidal absidaux
θηλυκό absidale absidales

absidal (fr)

  • που αφορά την αψίδα εκκλησίας