Μετάβαση στο περιεχόμενο

abstenerse

Από Βικιλεξικό

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
abstenerse < λατινική abstinere

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aβ̞s.t̪eˈneɾ.se/
τυπογραφικός συλλαβισμός: abstenerse

abstenerse (es)

  1. (αμετάβατο) απέχω
    παράδειγμα  Creo que es mejor abstenerme DE dar opiniones en asuntos que no me conciernen.
    παράδειγμα  Νομίζω ότι είναι καλύτερα να απέχω από το να εκφράζω γνώμες σε ζητήματα που δε με αφορούν.
    παράδειγμα  Algunos ciudadanos se abstuvieron DE votar.
    παράδειγμα  Μερικοί πολίτες απείχαν από την ψήφο.
  2. (αμετάβατο) (το δίκαιο) αυτοεξαιρούμαι
    παράδειγμα  El juez debe abstenerse si tiene interés en el caso.
    παράδειγμα  Ο δικαστής πρέπει να αυτοεξαιρεθεί αν έχει συμφέρον στην υπόθεση.