abstractiser

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

abstractiser < abstrait

Ρήμα[επεξεργασία]

abstractiser (fr)

  1. κάνω κάτι να φαίνεται ή να είναι αφηρημένο, θολό, πνευματώδες