abteilen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

abteilen (de)

  1. διαιρώ
  2. διαχωρίζω σε τμήματα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη Abteil