accablé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.ka.ble/

Open book 01.svg Επίθετο[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό accablé accablés
θηλυκό accablée accablées

accablé (fr)

  1. καταβεβλημένος, τσακισμένος, κατάκοπος
    Une femme incolore, aux cheveux en mèches, au visage ridé, et qui semblait accablée, se tenait devant la porte. (από το βιβλίο «1984» του Τζώρτζ Όργουελ, όπως μεταφράστηκε στη γαλλική)