accastillage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
accastillage accastillages

accastillage (fr) αρσενικό

  1. το σύνολο των εξαρτημάτων, ο εξοπλισμός, ενός πλοιαρίου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]