Μετάβαση στο περιεχόμενο

accedo

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
accedo < ad- + cedo

accedo (la)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]