access modifier
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]access modifier (en)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
access modifier στην αγγλική Βικιπαίδεια
