accession

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

accession (en)

  1. η προσχώρηση (π.χ. σε μια ένωση κρατών, μια συμμαχία κλπ)
  2. η ανάρρηση (στο θρόνο, στην εξουσία)
  3. η αύξηση, το μεγάλωμα (πχ.χ μιας περιουσίας ή των εδαφών ενός κράτους
  4. η εμφάνιση μιας αρρώστιας

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ak.sɛ.sjɔ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
accession accessions

accession (fr) θηλυκό