Μετάβαση στο περιεχόμενο

accessit

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
accessit accessits

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

accessit (fr) αρσενικό