accessorio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

accessorio < λατινική accessorium < ad + cedere

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

accessorio (it) αρσενικό

  1. εξάρτημα, συμπλήρωμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]