accessory

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

accessory < μεσοαγγλική accessorie < λατινική accessorius < accessor < accessus

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

accessory (en)

  1. το εξάρτημα

Επίθετο[επεξεργασία]

accessory (en)

  1. δευτερεύων