Μετάβαση στο περιεχόμενο

accidentelle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
accidentelle accidentelles

accidentelle (fr) θηλυκό