Μετάβαση στο περιεχόμενο

accomplishable

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός accomplishable
συγκριτικός more accomplishable
υπερθετικός most accomplishable

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
accomplishable < accomplish + -able

Επίθετο

[επεξεργασία]

accomplishable (en)

  • πραγματοποιήσιμος, που μπορεί να πραγματοποιηθεί
    παράδειγμα  The solutions proposed were not easily accomplishable.
    Οι λύσεις που προτάθηκαν δεν ήταν εύκολα πραγματοποιήσιμες.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη achievable