Μετάβαση στο περιεχόμενο

accordeur

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.kɔʁ.dœʁ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
accordeur accordeurs

accordeur (fr) αρσενικό