accostage

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
accostage accostages

accostage (fr) αρσενικό

  1. το πλεύρισμα
  2. η προσέγγιση δύο αστροσκαφών
  3. (οικείο) το πλησίασμα κάποιου