Μετάβαση στο περιεχόμενο

accotement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
accotement accotements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

accotement (fr) αρσενικό