accouardir

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

accouardir < couard

Ρήμα[επεξεργασία]

accouardir (fr)

  1. κάνω κάποιον φοβιτσιάρη