accoutrer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ku.tʁe/

Ρήμα[επεξεργασία]

accoutrer (fr)

  1. (παρωχημένο) ντύνω
  2. (ειρωνικό) ντύνω με γελοίο τρόπο
  1. ντύνομαι με γελοίο τρόπο