accumulate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | accumulate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | accumulates |
| αόριστος | accumulated |
| παθητική μετοχή | accumulated |
| ενεργητική μετοχή | accumulating |
Ρήμα
[επεξεργασία]accumulate (en)
- (μεταβατικό) συσσωρεύω, μαζεύω, αυξάνω σταδιακά σε αριθμό ή ποσότητα σε μια χρονική περίοδο
- (αμετάβατο) συσσωρεύομαι, αυξάνομαι σταδιακά σε αριθμό ή ποσότητα σε μια χρονική περίοδο