acenser

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

acenser (fr)

  1. νοικιάζω ένα αγαθό ή ένα δικαίωμα, για ορισμένο χρονικό διάστημα, έναντι κάποιου ποσού ή είδους