aceto balsamico

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

aceto balsamico < aceto + balsamico

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

aceto balsamico (it)

  1. (γαστρονομία) βαλσαμικό ξύδι, τύπος τοπικού ξυδιού της Μόντενα