acetum
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- acetum < aceo
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈkeː.tum/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : a‐ce‐tum
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]acetum (la) ουδέτερο (ăcētum)
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | acetum | aceta |
| γενική | acetī | acetōrum |
| δοτική | acetō | acetīs |
| αιτιατική | acetum | aceta |
| κλητική | acetum | aceta |
| αφαιρετική | acetō | acetīs |
Πηγές
[επεξεργασία]- acetum - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.