achalandage

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
achalandage achalandages

achalandage (fr) αρσενικό

  1. (νομικός όρος) η πελατεία
  2. (νομικός όρος) το σύνολο των εμπορευμάτων που παρουσιάζονται στο κοινό