achalandeur

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
achalandeur achalandeurs

achalandeur (fr) αρσενικό

  • αυτός που εργάζεται σε στενή επαφή με το κοινό