acharner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

acharner (fr)

  1. συνηθίζω κυνηγητικά σκυλιά ή πουλιά στην γεύση της σάρκας
  2. εκνευρίζω, ερεθίζω ένα ζώο ή έναν άνθρωπο εναντίον άλλου
  1. επιτίθεμαι με λύσσα, καταπολεμώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]