achever

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aʃ.ve/
achever 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

achever (fr)

  1. τελειώνω, αποτελειώνω
  2. (μεταφορικά) σκοτώνω
  1. (σπάνιο) τελειώνω, φτάνω σε τέρμα
    ses études se sont achevées - οι σπουδές του τελείωσαν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]