Μετάβαση στο περιεχόμενο

achromatisme

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
achromatisme achromatismes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

achromatisme (fr) αρσενικό