achromatisme
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| achromatisme | achromatismes |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]achromatisme (fr) αρσενικό
- (ιατρική) η αχρωματοψία
| ενικός | πληθυντικός |
| achromatisme | achromatismes |
achromatisme (fr) αρσενικό