aconselhável

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
aconselável aconseláveis

aconselhável (pt)

  1. που αξίζει να τον προτείνει, να τον συστήσει κανείς