acoquiner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

acoquiner (fr)

  1. (μεταβατικό) (οικείο) (παρωχημένο) καλοσυνηθίζω
  2. (pronominal) συνεταιρίζομαι ή συνηθίζω να έρχομαι σε επαφή με κάποιον ή κάτι κακόφημο