Μετάβαση στο περιεχόμενο

actinoscopie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ak.ti.nɔs.kɔ.pi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
actinoscopie actinoscopies

actinoscopie (fr) θηλυκό